θειάφι

θειάφι
το сера

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "θειάφι" в других словарях:

  • θειάφι — και τειάφι, το (Μ θειάφιον) 1. το ορυκτό θείο* 2. συνεκδ. καπνός ή οσμή από θειάφι. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο μσν. τ. θειάφιον < θείον + επίθημα αφιον (πρβλ. εδ άφιον, ξυλ άφιον, ξυρ άφιον) και απαντά στον Τζέτζη (7ος μ.Χ. αι.), ενώ ο Ησύχ. παραδίδει τ.… …   Dictionary of Greek

  • θειάφι — το ιού, και θείο, το αμέταλλο χημικό στοιχείο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θειαφώνω — [θειάφι] θειαφίζω …   Dictionary of Greek

  • δειάφι — το και δειάφη, η θειάφι, το αμέταλλο χημικό στοιχείο θείον. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. θειάφι] …   Dictionary of Greek

  • ηλεκτρισμός — Γενικός όρος που υποδηλώνει όλα εκείνα τα φυσικά φαινόμενα στα οποία παίρνουν μέρος ηλεκτρικά φορτία, είτε αυτά βρίσκονται σε ηρεμία είτε σε κίνηση. Για τον σκοπό της διατύπωσης των νόμων που διέπουν τα φαινόμενα αυτά και για ευκολία μελέτης,… …   Dictionary of Greek

  • θεάφιον — θεάφιον, τὸ (Α) (κατά τον Ησύχ.) θειάφι. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. θειάφι …   Dictionary of Greek

  • θείο — Χημικό στοιχείο με σύμβολο S (από το λατινικό sulphur). Ανήκει στην έκτη ομάδα του περιοδικού συστήματος και στην πρώτη υποομάδα, με ατομικό αριθμό 16, ατομική μάζα 32,06, ενώ έχει τρία σταθερά ισότοπα. Συναντάται στη φύση, είτε στη στοιχειακή… …   Dictionary of Greek

  • θειάφη — και τεάφη, ή (Μ) το θειάφι. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. τού θειάφι με αλλαγή γένους] …   Dictionary of Greek

  • θειάφισμα — το [θειαφίζω] 1. το πασπάλισμα τών υπέργειων τμημάτων τών καλλιεργούμενων φυτών με θείο (θειάφι) ή με μίγμα σκόνης θείου και θειικού χαλκού για την πρόληψη ή την καταπολέμηση ορισμένων μυκητολογικών ασθενειών 2. απολύμανση με καπνό θειαφιού,… …   Dictionary of Greek

  • θειαφίζω — και θειαφώνω [θειάφι] 1. ρίχνω θειάφι στα φύλλα φυτού 2. εκθέτω κάτι, για απολύμανση, στον καπνό θειαφιού που καίγεται («θειαφίζω τα βαρέλια μου») …   Dictionary of Greek

  • θειώ — (I) θειῶ, όω (Α) [θείος (Ι)] κάνω κάτι θείο, αφιερώνω στον θεό, καθαγιάζω. (II) θειῶ, όω, επικ. τ. θεειόω (Α) [θείο (ΙΙ)] (ενεργ. και μέσ.) θειῶ και θειοῡμαι καπνίζω με θειάφι, θειαφίζω αρχ. μτφ. καθαρίζω, προσπαθώ να καθαρίσω 2. (στην αλχημεία)… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»